Δευτέρα 6 Απριλίου 2020 face book twitter you tube

«Ράνια και Λάουρα»- Γράφει ο Φώτης Δημητρόπουλος, Φιλόλογος

«Ράνια και Λάουρα»- Γράφει ο Φώτης Δημητρόπουλος, Φιλόλογος

 

Πριν λίγες ημέρες δόθηκε μια μοναδική παράσταση στο θέατρο «Απόλλων» βασισμένη στο έργο του Πατρινού συγγραφέα Άγγελου Γόντικα «Ράνια και Λάουρα». Η σκηνοθεσία ήταν του Θάνου Περιστέρη και τους ρόλους των ηρώων του έργου ερμήνευσαν με αρκετή επιτυχία τελειόφοιτοι σπουδαστές της «Ανώτερης Δραματικής Σχολής Τράγγα». Την παράσταση προλόγισε ο ποιητής-δοκιμιογράφος Σωτήρης Νικολακόπουλος, ο οποίος παρουσίασε και τον συγγραφέα.

Όλοι οι ερμηνευτές ήταν πολύ καλά προετοιμασμένοι και είχαν αφομοιώσει πλήρως το κλίμα και τα μηνύματα του εξαίρετου έργου, φαντάζομαι έτσι όπως θα το ήθελε ο συγγραφέας του και ο σκηνοθέτης της παράστασης. Και νομίζω ότι οι νέοι αυτοί εραστές της θεατρικής σκηνής και υπόσχονται πολλά και θα πετύχουν περισσότερα στο μέλλον αν κρίνουμε από την παράσταση που παρακολουθήσαμε.

Ο καταξιωμένος συγγραφέας του έργου και πολυτάλαντος ζωγράφος Άγγελος Γόντικας (που παρευρέθηκε και χαιρέτισε την παράσταση), Πατρινός της διασποράς (ζει στην Αθήνα), με αφορμή την αληθινή ιστορία - μία από τις πάμπολλες που συνέβησαν και συμβαίνουν σε ανάλογες περιστάσεις - ενός μικρού κοριτσιού που μέσα στον πανικό του βομβαρδισμού της Πάτρας έχασε τη μητέρα του και έζησε τη φρίκη της κατοχής, άστεγο, πεινασμένο και κατατρεγμένο - επιχειρεί να μας παρουσιάσει αυτό που ελαφρά τη καρδία χαρακτηρίζουμε αδικαιολόγητα με τον ανώδυνο τίτλο «παράπλευρες απώλειες» του πολέμου. Και πέτυχε πράγματι να μας κάνει κοινωνούς της αθέατης πλευράς των πολεμικών επιχειρήσεων, εκείνης της ψυχικής πρωτίστως τραγωδίας που βιώνει ο άμαχος πληθυσμός και κυρίως τα γυναικόπαιδα, αλλά και της κοινωνικής κρίσης και ηθικής κατάπτωσης καθώς και της έλλειψης κάθε αισθήματος κοινωνικής αλληλεγγύης. Άλλωστε και ο ίδιος είχε βιώσει ως πρωτογενείς εμπειρίες τις μαύρες εκείνες ατέλειωτες ώρες του τρόμου των βομβαρδισμών και της κατοχής και μπόρεσε ως λογοτέχνης αργότερα να μεταπλάσει σε τέχνη την πραγματικότητα. Και όχι μόνο το κατόρθωσε με επιτυχία στο κείμενό του, αλλά και βρήκε τους κατάλληλους συνεργάτες-συντελεστές να ενσαρκώσουν το κείμενό του.

Εκείνο όμως το οποίο έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι το έργο και η παράστασή του προκάλεσαν τη βαθιά συγκίνηση των θεατών (κατάμεστο το Δημοτικό Θέατρο), οι οποίοι όχι μόνο καταχειροκρότησαν συγγραφέα, σκηνοθέτη και ηθοποιούς, αλλά παρέμειναν καθηλωμένοι με δάκρυα στα μάτια καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Και δεν μπορούσαν να το κρύψουν. Κι αναρωτιέται κανείς πού άραγε οφείλεται η τόσο έντονη συμμετοχή στη ψυχική δοκιμασία των κεντρικών ηρώων του δράματος του κοινού μεγαλύτερων και νεώτερων γενιών; Γιατί έβλεπε κανείς να εξέρχονται από την αίθουσα του θεάτρου όλοι με δάκρυα στα μάτια; Οφείλεται αυτό στην υπόθεση του δράματος; Στη σκηνοθεσία; Στους ερμηνευτές; Νομίζω σε όλα και όλους.

Ο συγγραφέας δεν θέλησε να μάς περιγράψει γενικά τα δεινά του πολέμου, και να μάς δώσει ένα απλό αντιπολεμικό μήνυμα. Ούτε να επαναλάβει πολεμικά ανακοινωθέντα ή θριαμβευτικά δημοσιεύματα για νίκες του στρατού και ηρωισμούς στο μέτωπο. Θέλησε, κατά τη γνώμη μου, να εστιάσει την προσοχή μας εγκεφαλικά και να διεγείρει τον εσώτερο ψυχισμό μας συναισθηματικά ώστε να νιώσουμε και να βιώσουμε αυτό που δεν διαβάζουμε στην ιστορία ως επιστημονική έρευνα, αυτό που παραλείπει η ευρεία δημοσιότητα για νίκες, ηρωισμούς ή και ήττες, αλλά συνέβαινε και συμβαίνει στους απλούς ανθρώπους έξω από τα πεδία των μαχών με τα όπλα. Εκεί που δίνεται η μάχη της επιβίωσης χωρίς όπλα ή μάλλον εκεί που μοναδικό όπλο είναι η ανθρωπιά που αντιμάχεται την απανθρωπιά. Το είδαμε στη νοσοκόμα που περιέθαλψε τη μικρή Ράνια και στην αντιμετώπιση του διλήμματός της να παραμείνει θετή μητέρα ή να φέρει το κορίτσι στη βαριά τραυματισμένη μάνα της, στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Κάποιες τέτοιες σκηνές ο Άγγελος Γόντικας δεν τις έγραψε απλώς στο έργο του. Τις ζωγράφισε ρεαλιστικά εξιδανικευμένες. Και ο σκηνοθέτης με την ατμόσφαιρα που δημιούργησε με την κατανόηση του έργου του συγγραφέα φώτισε ακόμα περισσότερο αυτές τις σκηνές - ζωγραφισμένες στιγμές ψυχικής οδύνης αλλά και ανθρώπινου μεγαλείου. Και οι νέοι ταλαντούχοι ερμηνευτές (κοπέλες στη συντριπτική τους πλειοψηφία) κατάφεραν να υποκριθούν πραγματικά τα πρόσωπα του έργου, να ξεχάσουν τα δικά τους ονόματα και να αποδώσουν τα συναισθήματα των ηρώων. Και αυτό το ένιωσε το κοινό. Και έζησε την ιστορία στην ανθρώπινη πλευρά της έτσι όπως δεν την έχει νιώσει στην ιστορία των ιστοριογράφων. Έχει αυτή τη δύναμη, βλέπετε, η λογοτεχνία, η ποίηση, το θέατρο και η τέχνη γενικότερα.

επιστροφή στην κορυφή

Χρησιμοποιούμε cookies για τη βελτιστοποίηση των υπηρεσιών που προσφέρουμε και την εξατομίκευση της παρουσίασης των διαφημίσεων που βλέπετε κατά τη χρήση αυτού του ιστότοπου. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα privacy policy.

  I accept cookies from this site.
EU Cookie Directive plugin by www.channeldigital.co.uk